Ιστορικά Στοιχεία


Η τριπλή ονομασία της Καβάλας «Νεάπολις – Χριστούπολις – Καβάλα» δείχνει μια μακραίωνη περίοδο ζωής της πόλης και ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει τις αλλαγές στην εσωτερική και στη γύρω της πραγματικότητα. Κάθε όνομα είναι χαρακτηριστικό και αντιστοιχεί σε μια ιστορική περίοδο. Η Νεάπολη στην αρχαία περίοδο, η Χριστούπολη στη βυζαντινή και η Καβάλα στη νεότερη.

Αρχαιότητα

Τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριότητας στην περιοχή της σημερινής Καβάλας τοποθετούνται στην Ύστερη Νεολιθική Εποχή και στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (4.500 – 2.2000 π.Χ.). Τα αρχαιολογικά ευρήματα της εποχής οδηγούν στην υπόθεση για παρουσία θρακικών φύλων στην περιοχή. Αυτοί ήταν οι Σάτρες, οι Σαπαιοί και οι Ηδωνοί.

Αμέσως μετά το τέλος της προϊστορικής εποχής και την έναρξη των Ιστορικών Χρόνων, η περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας (γνωστή τότε ως Θράκη), προσελκύει το ενδιαφέρον των μεγάλων πόλεων της Νότιας Ελλάδας, οι οποίες τότε συναγωνίζονταν για την ίδρυση των πρώτων αποικιών τους στο χώρο του Βόρειου Αιγαίου. Αποτέλεσμα αυτού του συναγωνισμού ήταν η ίδρυση της πόλης της Θάσου από Πάριους εποίκους. Το γεγονός τοποθετείται από τους περισσότερους ερευνητές στο μέσο του 7ου αιώνα π.Χ. Αυτοί οι νεόφερτοι, μαζί με μετανάστες από το μητροπολιτικό νησί της Πάρου, προσπάθησαν να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους από τις επιδρομές των θρακικών φύλων. Έτσι, διαπεραιώθηκαν στην ηπειρωτική ακτή απέναντι από  τη Θάσο και ίδρυσαν τη Νεάπολη, εγκαθιστώντας την αποικία τους στη μακρόστενη χερσόνησο , οπού σήμερα αποτελεί τη συνοικία της Παναγίας.

Οι φορολογικοί κατάλογοι της Α’ Αθηναϊκής συμμαχίας μνημονεύουν για πρώτη φορά τη Νεάπολη. Το έτος 454 – 453 π.Χ. αναφέρεται στους φορολογικούς αυτούς καταλόγους ως «Νεάπολις εν Θράκη» και ότι πλήρωσε φόρο αξίας 1000 δραχμών. Το 450 π.Χ. μνημονεύεται με τον ίδιο φόρο ως «Νεάπολις παρ’ Αντισάραν», ενώ από το 449 – 448 αναφέρεται απλά και ως «Νεάπολις». Κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο η Νεάπολη παρέμεινε πιστή στην Αθήνα. Έφθασε μάλιστα σε τέτοιο σημείο αφοσίωσης ώστε να στραφεί και εναντίον της μητρόπολης της Θάσου.

Τα γεγονότα των ετών 412 – 407 διαφωτίζονται και από τις μαρτυρίες των αρχαίων ιστορικών και από τα επιγραφικά κείμενα που μας έχουν διασωθεί. Τα τιμητικά ψηφίσματα του αθηναϊκού δήμου εγκωμιάζουν τη Νεάπολη που συμπαραστάθηκε στην Αθήνα κατά την ταραχώδη αυτή περίοδο. Μετά την κατάληψη της Αθήνας από τους Λακεδαιμόνιους και τη σφαγή των αττικιζόντων Θασίων από το Λύσανδρο, η Νεάπολη φαίνεται πως δεν τιμωρήθηκε για την αφοσίωση της στους Αθηναίους. Η Νεάπολη ήταν μέλος της Β’ Αθηναϊκής συμμαχίας, που ιδρύθηκε το 378 π.Χ. κι έμεινε σύμμαχος της Αθήνας ως την κατάκτηση της από το βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο. Η κατάληψη των Κρηνίδων και η μετονομασία της σε «Φίλιπποι» υπήρξε προμήνυμα της επερχόμενης κατάκτησής της. Ο Φίλιππος έγινε τόσο απειλητικός για τη Νεάπολη, ώστε η τελευταία αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια της συμμάχου της, Αθήνας. Η παρουσίαση των Νεαπολιτών πρέσβεων στον αθηναϊκό δήμο έγινε το 355 π.Χ. Το αίτημά τους όμως αυτό, έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, γιατί αφού κατέλαβε ο Φίλιππος τα εδάφη μέχρι το Νέστο, που του παραχώρησε ο βασιλιάς Κετρίπορις, μοιραία η Νεάπολη κατέληξε να είναι λιμάνι των Φιλίππων.

Οι μαρτυρίες που έχουμε για τα χρόνια που ακολουθούν είναι ελάχιστες. Η πιο σημαντική αφορά στη μάχη των Φιλίππων, κατά την οποία ο λιμένας της Νεάπολης χρησίμευσε ως βάση του στόλου της ρωμαϊκής δημοκρατικής παράταξης. Η μάχη των Φιλίππων πραγματοποιήθηκε το 42 π.Χ. στους Φιλίππους της Καβάλας. Αντίπαλοι ήταν από τη μια πλευρά ο Οκταβιανός και ο Μάρκος Αντώνιος και από την άλλη ο Βρούτος και ο Κάσσιος, δηλαδή οι δολοφόνοι του Ιούλιου Καίσαρα.

Κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους ο λιμένας της Νεάπολης αποτελεί το τέρμα του εμπορικού δρόμου που ενώνει τους Φιλίππους με την Ανατολή δια μέσου της Αλεξάνδρειας και Τρωάδας. Από ‘δώ εισβάλλουν οι διάφορες δοξασίες, οι ανατολικές θρησκευτικές λατρείες και τελευταία ο χριστιανισμός.

Η Νεάπολη έμελλε να γίνει η πρώτη ευρωπαϊκή πόλη που θα συνδεόταν με την αναδυόμενη θρησκεία, το χριστιανισμό. Το 49 μ.Χ. ο Απόστολος Παύλος αποβιβάζεται στο λιμάνι της και ακολουθεί την Εγνατία Οδό με προορισμό τους Φιλίππους, με σκοπό να κηρύξει το λόγο της νέας πίστης. Στους Φιλίππους ιδρύει την πρώτη χριστιανική εκκλησία στην Ευρώπη, βαπτίζοντας και την πρώτη Ευρωπαία Χριστιανή, τη Λυδία και την οικογένειά της στον ποταμό Ζυγάκτη.

Το βαθμιαίο πέρασμα από την αρχαία Νεάπολη στη βυζαντινή Χριστούπολη γίνεται αργά, σταθερά και ανεπαίσθητα. Σιγά – σιγά η Νεάπολη θα παραχωρήσει τη θέση της και το όνομα της στη Χριστούπολη. Η τιμητική αυτή αλλαγή της ονομασίας, σκοπό είχε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του χριστιανικού κόσμου στην πόλη που πρωτοδέχτηκε τον Απόστολο Παύλο και το χριστιανισμό.

Βυζάντιο

Οι βυζαντινοί μετονόμασαν την αρχαία Νεάπολη σε Χριστούπολη. Ο ακριβής χρόνος της αλλαγής της ονομασίας αυτής παραμένει άγνωστος. Οι πρώτες μαρτυρίες του νέου ονόματος υπάρχουν σε πηγές του 8ου και 9ου αιώνα. Αρα η αλλαγή της ονομασίας πρέπει να έγινε πριν από το χρόνο της επικράτησης της.

Πρώτη μαρτυρία με το όνομα της Χριστούπολης είναι αυτή που αναφέρεται στο τακτικό του παρισινού κώδικα 1557 Α, που το πρωτότυπό του είχε συνταχθεί το 746 μ.Χ. Η δεύτερη μαρτυρία συναντάται σε ένα μολυβδόβουλο, που χρονολογικά ανήκει στην περίοδο των εικονομάχων αυτοκρατόρων. Η τρίτη μαρτυρία δίνεται από το βιογράφο του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτη, που πέρασε από τη Χριστούπολη το 820 περίπου. Η παρουσία βυζαντινού στρατού στη Χριστούπολη το 837 με αρχηγό τον Καίσαρα Αλέξιο Μωσελέ αποτελεί την τέταρτη μαρτυρία.

Το 926 υψώθηκαν τα νέα τείχη της πόλης, γιατί τα παλιά, που παρέμειναν αφρόντιστα, είχαν φθαρεί από τα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού. Η τελευταία περίοδος της βυζαντινής πόλης είναι η πιο ταραχώδης. Η φραγκική κατοχή υπήρξε πολύ σύντομη στη Χριστούπολη. Οι Λομβαρδοί βαρόνοι που είχαν εγκατασταθεί στην πόλη ήρθαν σε ρήξη με τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ερρίκο. Στη μάχη που ακολούθησε κοντά στους Φιλίππους νικήθηκαν. Όσοι γλίτωσαν ξολοθρεύτηκαν από τους Έλληνες των περιχώρων. Πολύ σύντομα η πόλη πέρασε στην εξουσία του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Βατατζή.

Η Χριστούπολη οχυρώθηκε καλύτερα, γι’ αυτό αποκρούσθηκαν οι Καταλανοί που επιχείρησαν αργότερα να καταλάβουν την πόλη. Μετά την αποτυχία τους κατέφυγαν στην περιοχή της Κασσάνδρας. Ο Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος για να εμποδίσει την επιστροφή τους στη Θράκη έκτισε ένα μακρύ τείχος από το χείλος της θάλασσας ως την κορυφή του βουνού. Η ανέγερση του μακρού τείχους το 1307 στη Χριστούπολη έγινε γνωστή στους Καταλανούς από κάποιο αιχμάλωτο, γι’ αυτό το λόγο, κι αν υπήρχε διάθεση να επιστρέψουν, εγκαταλείφθηκε. Η ανέγερση του διατειχίσματος του Ανδρόνικου Β’ είχε χαρακτήρα οροθετικής γραμμής ανάμεσα στη Μακεδονία και τη Θράκη. Ακριβώς την εποχή αυτή, εμφανίζεται και αναφέρεται από τους βυζαντινούς ιστορικούς και ο χαρακτηρισμός «στενά της Χριστουπόλεως».

Η περίοδος 1321 – 1328 καλύπτεται από τον εμφύλιο πόλεμο των δύο Ανδρόνικων. Κατά την περίοδο αυτή η Χριστούπολη κατέστη κέντρο των ενεργειών του νέου Ανδρόνικου. Η διαμάχη τελικά ανάμεσα στον παππού και στον εγγονό κατέληξε στο μοίρασμα της αυτοκρατορίας. Η Χριστούπολη παρέμεινε στο νέο Ανδρόνικο και αποτέλεσε την οροθετική γραμμή ανάμεσα στις κτήσεις των δύο αυτοκρατόρων. Το 1325 διοικητής της Χριστούπολης ήταν ο Θεόδωρος Παλαιολόγος.

Οι εμφύλιοι πόλεμοι συνεχίστηκαν και στα μετέπειτα χρόνια ανάμεσα στον Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνό και Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο. Η παραίτηση, όμως, του πρώτου και ο θάνατος του Στέφανου Δουσάν, που συνέβησαν το 1355, ανακούφισαν κάπως την αυτοκρατορία. Το Μάρτιο του 1356 ή 1357, όπως μαθαίνουμε από ένα χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου, παραχωρούνται τα κάστρα της Χριστούπολης και Θάσου στο μέγα πριμικήριο Αλέξιο και στον πρωτοσέβαστο Ιωάννη, που ήταν αδέρφια. Ο Αλέξιος είχε πεθάνει προ του 1373, ενώ ο Ιωάννης συνέχισε να κατέχει τη Χριστούπολη μέχρι που αποσύρθηκε στη μονή Παντοκράτορα, όπου και συνέταξε τη διαθήκη του το 1384.

Η Χριστούπολη δεν παρέμεινε για πολύ ελεύθερη. Το 1387 συνθηκολόγησε κι έγινε φόρος υποτέλειας στους Τούρκους. Η υποτέλειά της γίνεται γνωστή στις 22 Ιουλίου 1387 από ένα ψήφισμα της βενετικής συγκλήτου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1391, η Χριστούπολη κυριεύεται από τους Τούρκους και καταστρέφεται ολοκληρωτικά.

Οθωμανική Περίοδος

Για περισσότερο από πέντε αιώνες, από το 1391 μέχρι το 1912, η Καβάλα βρίσκεται υπό οθωμανική κυριαρχία. Κατά τη μακραίωνη αυτή περίοδο οι οικονομικές και κοινωνικές της δομές σταδιακά μετασχήματίζονται και η πόλη μεταμορφώνεται από οχυρό κάστρο σε μικρή μουσουλμανική πόλη και στη συνέχεια σε ακμαίο εμπορικό κέντρο.

Οι πρώτες δεκαετίες παραμένου «σκοτεινές». Γνωρίζουμε μόνο ότι η μητρόπολη της Χριστούπολης καταργείται το 1395 και η επαρχία της παραχωρείται ως εξαρχία στον επίσκοπο της Ελευθερούπολης. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται αναμφίβολα με τη μεγάλη μείωση του χριστιανικού πληθυσμού της μητροπολιτικής έδρας, ίσως και με την ολοκληρωτική καταστροφή και ερήμωσή της. Θα περάσουν 140 περίπου χρόνια για να ανασυνοικισθεί και να εμφανισθεί ξανά στο προσκήνιο της ιστορίας ως νέα πόλη, με νέο όνομα, το σημερινό όνομα της Καβάλας.

Στις 18 Ιουλίου 1425 10 βενετικές γαλέρες είχαν πλησιάσει το κάστρο της Χριστούπολης. Από επιστολή του Βενετού πλοιάρχου Pietro – Jen, που είναι γραμμένη στις 23 Ιουλίου 1425, μαθαίνουμε ότι στο μέρος εκείνο βρίσκονταν τετρακόσιοι περίπου Τούρκοι ιππείς και πολλές στημένες σκηνές. Οι Τούρκοι θέλησαν να εμποδίσουν την απόβαση των Βενετών, αλλά η προσπάθεια τους απέτυχε και υποχρεώθηκαν να καταφύγουν στα γύρω υψώματα. Οι Βενετοί, αφού τοποθέτησαν φρουρά για να εμποδίζει αυτούς που κατέφυγαν στα υψώματα, οι υπόλοιποι επετέθησαν και κατέλαβαν το κάστρο. Η είδηση της κατάληψης του κάστρου της Χριστούπολης τρόμαξε τους Τούρκους τόσο «όσον κανέν άλλο πολεμικόν κατόρθωμα, διότι το κάστρον τούτο κείται εις σπουδαίαν στρατηγικήν θέσιν, είναι η δίοδος προς την Καλλίπολιν, προς την Ανδριανούπολιν και προς εν μέρος της Ελλάδος».

Από την ίδια επιστολή μαθαίνουμε ότι το κάστρο είχε κατασκευασθεί από τους Τούρκους προ τεσσάρων μηνών. Οι Βενετοί συμπλήρωσαν το κάστρο, το 1425 που το κατέλαβαν, με ένα εξωτερικό καταφύγιο. Ο Βενετός στόλαρχος, αφού άφησε μια μικρή φρουρά για τη φύλαξη του κάστρου, αναχώρησε. Οι Τούρκοι, όμως, επιτέθηκαν με 10.000 – 12.000 πεζούς και ιππείς που συγκέντρωσαν και ξανακατέλαβαν το κάστρο, ύστερα από εικοσαήμερη πολιορκία. Από ψήφισμα της 22ας Απριλίου 1426 μαθαίνουμε ότι η βενετική γερουσία πρότεινε στους διοικητές της Θεσσαλονίκης να ανταλλάξουν τους Βενετούς αιχμαλώτους της Χριστούπολης με Τούρκους ομήρους.

Για πρώτη φορά το τοπωνύμιο «Καβάλα» αναφέρεται το 1470 στο ημερολόγιο του αιχμαλώτου Βενετού λοχαγού Angiolello. Δεν αναφέρεται όμως, σαν όνομα πόλης, αλλά σαν τοπωνύμιο δωσμένο στην πλαγιά του βουνού. Τα δύο κάστρα που είδε ο Angiolello ήταν εντελώς έρημα κι ακατοίκητα. Το ένα βρισκόταν στο βουνό και το άλλο στη θάλασσα. Από νεότερο έγγραφο του 1519 διαπιστώνεται ότι η Καβάλα ήταν ακόμα ακατοίκητη και ότι το τοπωνύμιο αφορούσε μια ορισμένη τοποθεσία. Σιγά – σιγά όμως επικράτησε  σε ολόκληρη την περιοχή, πράγμα που διαπιστώνεται και από τη μαρτυρία ενός οκτασέλιδου φυλλαδίου, που φυλάγεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, του έτους 1533.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του περιηγητή P. Belon, που είχε περιοδεύσει τη Μακεδονία κατά τα έτη 1546 – 49, η Καβάλα είχε πρωτοαποικισθεί από Εβραίους που είχαν πάρει μαζί τους οι Τούρκοι, όταν επέστρεφαν από τον πόλεμο της Ουγγαρίας. Ο Belon δεν μας αναφέρει το χρόνο αυτού του γεγονότος. Αν συσχετίσουμε, όμως, τη μαρτυρία αυτή με την πληροφορία του Hammer που αναφέρει ότι οι Τούρκοι παίρνοντας μαζί τους και τους εξόριστους Εβραίους άρχισαν να υποχωρούν από τη Βούδα στις 24 Σεπτεμβρίου 1526 και αν λάβουμε υπόψη τη χρονική διάρκεια του ταξιδιού προς την Κωνσταντινούπολη, τότε θα πρέπει να τοποθετήσουμε χρονικά το γεγονός της εγκατάστασης των Εβραίων στην Καβάλα το 1527 ή το 1528.

Το 1591 πέρασε από την Καβάλα και μας την περιγράφει ο Gabriele Cavazza, γραμματέας του Λορέντζου Μπερνάρδου. Το 1667 την επισκέφθηκε ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή και το 1669 ο Γάλλος καπουτσίνος Robert de Dreux. Οι περιγραφές τους είναι ενδιαφέρουσες. Η πόλη χωριζόταν με ένα τείχος σε δύο μέρη, στην πάνω και κάτω πόλη. Το τείχος άρχιζε από το παλιό οικονομικό γυμνάσιο, που στεγάζει σήμερα το 5ο γυμνάσιο, και έφθανε ως το φρούριο. Το τείχος αυτό, που σώζεται μέχρι σήμερα, πρέπει να κατασκευάστηκε μετά από το πέρασμα του Cavazza (1591) και πριν από την επίσκεψη του Robert de Dreux (1669).

Το 1684 οι Βενετοί βομβάρδισαν την Καβάλα κι επιχείρησαν να την καταλάβουν, χωρίς όμως επιτυχία. Το 1771 η Καβάλα λεηλατήθηκε από το ρωσικό στόλο, ο οποίος πλησίασε την πόλη κι άρπαξε όλα τα σιτηρά που υπήρχαν στις ιδιωτικές και δημόσιες αποθήκες του λιμανιού.

Κατά την επανάσταση του 1821 οι Τούρκοι προέβησαν σε βιαιοπραγίες εις βάρος των Καβαλιωτών για να κάμψουν το φρόνημα τους. Διασώζεται μάλιστα το όνομα του Κώστα Σερδάρογλου, που τον κρέμασαν οι Τούρκοι στον πλάτανο, για να εκφοβίσουν το ελληνικό στοιχείο. Η Καβάλα δεν επαναστάτησε λόγω του ολιγάριθμου ελληνικού πληθυσμού και λόγω της παρουσίας μεγάλου αριθμού Τούρκων στρατιωτών στην περιοχή τους. Συμμετείχε, όμως, στον απελευθερωτικό αγώνα με αγωνιστές της που κατέφυγαν και πολέμησαν στη νότια Ελλάδα. Αναφέρονται τα ονόματα του Θεόδωρου Καβαλιώτη και του Ιλαρίωνα Καράτζογλου. Του πρώτου διασώζεται το όνομα σε ένα δρόμο της Καβάλας, ενώ οι αρετές και η ανδρεία του δευτέρου εκθειάζονται από τον Ιωάννη Μακρυγιάννη στα απομνημονεύματα του.

Μακεδονικός Αγώνας

Η Καβάλα υπήρξε ένα από τα μεγάλα εθνικά κέντρα του υπόδουλου ελληνισμού κατά τους τελευταίους χρόνους της τουρκοκρατίας. Η οργάνωση της παιδείας σε όλη τη βορειοανατολική Μακεδονία και τη δυτική Θράκη μετά τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου έγινε με πρωτοβουλία του Νικολάου Φιλιππίδη και με κέντρο την Καβάλα.

Η σύσταση φιλεκπαιδευτικών συλλόγων και ο εκπαιδευτικός οργασμός που παρατηρείται κατά την περίοδο 1879 – 81 αναμφισβήτητα οφείλονται στη μεγάλη προσωπικότητα του Νικολάου Φιλιππίδη. Τα αναγνωρισμένα προσόντα του αποτελούσαν εγγύηση για την επιτυχία του έργου του στην Καβάλα. Τα πύρινα άρθρα του, που δημοσιεύονταν σε εφημερίδες του εσωτερικού και εξωτερικού, ενθουσίαζαν τους Έλληνες, που αγωνίζονταν για να αποτρέψουν το βουλγαρικό κίνδυνο.

Συνεχιστής του έργου του Νικολάου Φιλιππίδη πρέπει να θεωρηθεί ο ποιητής Ιωάννης Κωνσταντινίδης. Βασικό στέλεχος της «Εθνικής Αμυνας», που είχε συστήσει το 1902 ο Ιωάννης Δραγούμης, ξεσήκωσε την 1η Ιουλίου 1904 τους καπνεργάτες και οργάνωσε το μεγάλο συλλαλητήριο, που ματαίωσε την εγκατάσταση του Βούλγαρου πρόξενου στην Καβάλα. Υπήρξε για χρόνια η ψυχή του μακεδονικού αγώνα στην περιοχή μας. Πραγματοποιούσε περιοδείες στις γύρω περιοχές, συνεργαζόταν με τις ελληνικές προξενικές αρχές, παρακολουθούσε κάθε ύποπτη κίνηση, μετέφερε εντολές του ελληνικού υποπροξενείου και έδινε χρήσιμες οδηγίες.

Ενεργό ρόλο στην εθνική υπόθεση έπαιξε το ελληνικό υποπροξενείο της Καβάλας κατά τη διάρκεια του μακεδονικού αγώνα. Το Εθνικό Κέντρο Καβάλας οργανώθηκε από το ριψοκίνδυνο και ακαταπόνητο εργάτη της Εθνικής Ιδέας Στυλιανό Μαυρομιχάλη, νεαρό σημαιοφόρο του πολεμικού ναυτικού. Από 1ης Απριλίου 1906 πρόσφερε πολύτιμες εθνικές υπηρεσίες ως γραμματέας του υποπροξενείου Καβάλας. Σε μικρό χρονικό διάστημα κατόρθωσε να μεταβάλει όλες τις γύρω περιοχές σε μεγάλα εθνικά φυτώρια. Πλαισιώθηκε από ικανά στελέχη και σύστησε ειδικές εθνικές επιτροπές, που ακολουθούσαν κανονισμούς, που είχε συντάξει ο ίδιος. Οι εργασίες του απέδωσαν γρήγορα, αφού πέτυχε να εμφυσήσει θάρρος και τόλμη στους υπόδουλους, σε βαθμό που να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα για την πατρίδα.

Νεότερη Περίοδος

Η Καβάλα ενσωματώθηκε στο νεοελληνικό κράτος με μεγάλη καθυστέρηση και έπειτα από πολλές περιπέτειες. Τον Οκτώβριο του 1912 Ελλάδα, Σερβία και Βουλγαρία συμμαχούν και κηρύσσουν πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με σκοπό την εκδίωξη των κατακτητών από τα Βαλκάνια και την απελευθέρωση των «αλύτρωτων αδελφών» τους, οι οποίοι ζούσαν σε περιοχές εκτός των εθνικών ορίων.

Στο πλαίσιο του Α’ Βαλκανικού πολέμου, η πόλη καταλαμβάνεται από το «σύμμαχο» βουλγάρικο στρατό, που αξιοποιεί την ευκαιρία της προέλασης προς Νότο για να δημιουργήσει μια κατάσταση ευνοϊκή για τις μεταπολεμικές επιδιώξεις της Βουλγαρίας σχετικά με την περιοχή.

Οι Βούλγαροι συμπεριφέρθηκαν κάθε άλλο παρά ως σύμμαχοι απέναντι στους κατοίκους της Καβάλας, τόσο τους Έλληνες όσο και τους μουσουλμάνους. Πολλές εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες, κάτοικοι της πόλης χάθηκαν από πείνα, κακουχίες και επιδημικές ασθένειες.

Η πολεμική επιχείρηση των συνασπισμένων βαλκανικών στρατών αποβαίνει νικηφόρα και η Οθωμανική Αυτοκρατορία εγκαταλείπει τις κτήσεις της. Η Συνθήκη Ειρήνης του Λονδίνου υπογράφεται στις 17 Μαΐου 1913, αλλά αμέσως μετά ξεκινά ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, αυτή τη φορά μεταξύ των πρώην συμμάχων. Από τη μια βρίσκεται η Βουλγαρία και απέναντί της η Ελλάδα, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ρουμανία. Η Βουλγαρία χάνει τον πόλεμο και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου του 1913 αποδίδει και τυπικά την Καβάλα στην Ελλάδα. Ένα μήνα νωρίτερα, στις 26 Ιουνίου, ο ελληνικός στόλος απελευθερώνει την πόλη και η 7η Μεραρχία του ελληνικού στρατού μπαίνει και εκδιώκει τους Βουλγάρους.

Η απελευθέρωση έγινε με το εξής τέχνασμα. Παραγγέλθηκαν να έρθουν από τη Θεσσαλονίκη 5 οπλιταγωγά. Αυτά συνοδευόμενα από το θωρηκτό «Ύδρα» άρχισαν να ανταλλάσσουν σήματα με το στόλο της Θάσου κι έδωσαν την εντύπωση της απόβασης. Στο μεταξύ τα αντιτορπιλικά «Λόγχη» και «Λέων», που δέχτηκαν στο Στρυμόνα την επίθεση μιας βουλγαρικής πυροβολαρχίας, με τις οβίδες που έριξαν ανέφλεξαν μια γειτονική πυριτιδαποθήκη της πυροβολαρχίας. Ο βομβαρδισμός αυτός και η ανάφλεξη της πυριτιδαποθήκης διασκόρπισαν ένα απόσπασμα 500 ανδρών και προξένησαν σύγχυση στη βουλγαρική φρουρά της Καβάλας. Κατά τη διάρκεια της νύχτας οι ηλεκτρικοί προβολείς των μεταγωγικών εξερευνούσαν την παραλία σαν να ζητούσαν σημείο απόβασης. Οι Βούλγαροι έντρομοι ερευνούσαν κι αυτοί τον ορίζοντα με τη βοήθεια προβολέα που είχαν μεταφέρει από την Αλεξανδρούπολη. Ύστερα όλα επανήλθαν στη σκιά. Πάνω από 2000 Βούλγαροι εγκατέλειψαν άτακτα την πόλη, ενώ βάρκα από την Καβάλα έσπευδε στον Κουντουριώτη για να αναγγείλει την ευχάριστη είδηση της αποχώρησης των Βουλγάρων μαζί με τη δυσάρεστη της απαγωγής των 27 προκρίτων Καβαλιωτών. Ανάμεσα στους ομήρους ήταν και ο επίσκοπος Μυρέων Αθανάσιος.

Στις 26 Ιουνίου 1913 συντάχθηκε πάνω στο θωρηκτό «Αβέρωφ» η ιστορική διακήρυξη από τον Παύλο Κουντουριώτη, που απευθυνόταν προς τους κατοίκους της Καβάλας, ενώ το τορπιλοβόλο «Δόξα», οδηγούμενο από άριστο γνώστη της ναρκοθέτησης του διαύλου προσορμίστηκε στην παραλία για κατάληψη της πόλης. Ο φόβος, όμως, της επιστροφής των Βουλγάρων δεν επέτρεψε την ανάπτυξη της μικρής ναυτικής δύναμης που επέβαινε στο τορπιλοβόλο «Δόξα». Γι’ αυτό η πολιτοφυλακή που συστήθηκε για την τήρηση της τάξης επέβλεπε και στα γύρω υψώματα για να δώσει το σήμα του κινδύνου σε περίπτωση επανόδου των Βουλγάρων.

Την άλλη μέρα έγινε η επίσημη κατάληψη της πόλης. Από το ημερολόγιο του «Αβέρωφ»(Πέμπτη 27 Ιουνίου 1913) μαθαίνουμε:  «Κατάληψη της Καβάλας». Την 9ην ώρα της πρωίας αποβιβάζεται εκ των ανιχνευτικών μας «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» μικρό άγημα και επαίρεται επισήμως εις Καβάλαν η ελληνική σημαία». Το ναυτικό αυτό άγημα, με αρχηγό τον πλωτάρχη Αντώνη Κριεζή, μεταφέρθηκε με βάρκες από τα ανιχνευτικά στην παραλία κι έγινε αποδεκτό με μεγάλο ενθουσιασμό, ενώ μαθητές του Ημιγυμνασίου με τον καθηγητή Αριστοτέλη Στάνη απέδωσαν τιμές και συνόδευσαν το άγημα μαζί με το άλλο πλήθος ως το Διοικητήριο, το σημερινό Πρωτοδικείο, όπου στον εξώστη του κτιρίου υψώθηκε η ελληνική σημαία. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας κατέφθασε και ο λόχος των Θασίων εθελοντών, που είχαν εκπαιδευτεί από τον οπλαρχηγό Χατζηγογούση. Ο εθελοντικός αυτός λόχος των Θασίων έσπευσε αμέσως στα περίχωρα για να καταδιώξει τους Βουλγάρους που υποχωρούσαν. Σε αψιμαχία μάλιστα που έγινε έξω από το Δοξάτο σκοτώθηκε και ο Θάσιος εθελοντής Καφαντάρης, από το Θεολόγο.

Η κατάληψη της πόλης εδραιώθηκε, όταν κατέφθασαν και τμήματα της 7ης μεραρχίας, που διοικούνταν από τους αντισυνταγματάρχες Καπετανάκη και Νικολάου. Η απελευθέρωση της Καβάλας δεν κρίθηκε βέβαια από κάποια μάχη. Κρίθηκε γενικά από τη νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού και από τη διπλωματική μάχη που έδωσε για ένα ολόκληρο μήνα στο Βουκουρέστι ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Η Καβάλα μένει ελεύθερη μέχρι τις 29 Αυγούστου 1916 (με το παλαιό ημερολόγιο), οπότε ανακαταλαμβάνεται από τους Βουλγάρους. Οι Βούλγαροι, σύμμαχοι αυτή τη φορά της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επιτέθηκαν εναντίον της Ανατολικής Μακεδονίας στα τέλη Αυγούστου και όταν οι ελληνικές δυνάμεις έλαβαν εντολή (στο όνομα της «ουδετερότητας», δηλαδή της μη εναντίωσης στη Γερμανία) να μην εμπλακούν σε σύγκρουση, μπήκαν στην Καβάλα και την κατέλαβαν. Το Δ’ Σώμα Στρατού, που στρατοπέδευε στην πόλη, αιχμαλωτίστηκε ολόκληρο και μεταφέρθηκε στη Γερμανία. Παρέμεινε εκεί μέχρι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η δεύτερη βουλγαρική κατοχή, σκληρή και καταστροφική όσο και η πρώτη, συχνά δε περισσότερο από αυτήν, διήρκεσε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1918, όταν η Βουλγαρία συνθηκολόγησε.

Φωτογραφικό Υλικό από το αρχείο του Δημοτικού Μουσείου Καβάλας


Πηγές: «Νέαπολις – Χριστούπολις –  Καβάλα, Οδοιπορικό στο χώρο και στο χρόνο της παλιάς πόλης» Δήμος Καβάλας | «Η παλιά πόλη της Καβάλας, Ο χώρος, οι άνθρωποι, τα τεκμήρια της ιστορίας» Εξωραϊστικός Πολιτιστικός Σύλλογος Παναγίας | «Συνοπτική ιστορία της πόλης Καβάλας» – Κων/νου Ι. Χιόνη, | kavala.pkteam.gr

eXTReMe Tracker